ακαθάριστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαθάριστος ακαθάριστη ακαθάριστο
γενική ακαθάριστου ακαθάριστης ακαθάριστου
αιτιατική ακαθάριστο ακαθάριστη ακαθάριστο
κλητική ακαθάριστε ακαθάριστη ακαθάριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαθάριστοι ακαθάριστες ακαθάριστα
γενική ακαθάριστων ακαθάριστων ακαθάριστων
αιτιατική ακαθάριστους ακαθάριστες ακαθάριστα
κλητική ακαθάριστοι ακαθάριστες ακαθάριστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαθάριστος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαθάριστος, -η, -ο

  1. που δεν έχει καθαριστεί
  2. (οικονομία) (για μισθό, προϊόν, κ.α.) που περιέχει διάφορα ποσά τα οποία πρέπει πρώτα να αφαιρεθούν προτού καταβληθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μικτός

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]