καταβάλλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταβάλλω < αρχαία ελληνική καταβάλλω < κατά + βάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταβάλλω

  1. υπερισχύω ενός αντιπάλου
    η ομάδα μας με την τεχνική της υπεροχή κατέβαλε την αντίπαλο της
  2. εξαντλώ τις σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις κάποιου, κουράζω
    αυτή η ζέστη με καταβάλλει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]