Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βλάσιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βλάσιος οι Βλάσιοι
      γενική του Βλασίου των Βλασίων
    αιτιατική τον Βλάσιο τους Βλασίους
     κλητική Βλάσιε Βλάσιοι
Κατηγορία όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βλάσιος ήδη τον 6ο αιώνα < από παρωνύμιο (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Βλάσιος < λατινική Blasius < λατινική blaesus (τραυλός) < ίσως προέλευση από αρχαία ελληνική βλαισός. Δεν σχετίζεται με τις λέξεις βλαστός και Βαλάσιος ή Βαλάσης.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvla.si.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βλάσιος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βλάσιος αρσενικό (θηλυκό Βλασία)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βλάσιος < (άμεσο δάνειο) λατινική Blasius < λατινική blaesus (τραυλός) < ίσως προέλευση από αρχαία ελληνική βλαισός. Δεν σχετίζεται με τις λέξεις βλαστός και Βαλάσιος ή Βαλάσης.[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βλάσιος αρσενικό (θηλυκό Βλασία)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.