Τυρινή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική Τυρινή
γενική Τυρινής
αιτιατική Τυρινή
κλητική Τυρινή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τυρινή < αρχ. ελλ. τυρός + -ινός (θηλ.) (παραγωγική κατάληξη επιθέτου)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Τυρινή θηλυκό

  1. (θρησκεία) Λέγεται και Τυροφάγος. Η τελευταία εβδομάδα πριν τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, στο πλαίσιο της προπαρασκευαστικής περιόδου που έχει ξεκινήσει από το άνοιγμα του Τριωδίου την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Από αυτή την εβδομάδα απαγορεύεται πλέον η κατανάλωση κρέατος, επιτρέπεται όμως η κατανάλωση αυγών και γαλακτοκομικών, εξ ου σε πολλές περιοχές της Ελλάδας φτιάχνονται εδέσματα που περιέχουν γάλα, τυρί και αυγά. Επίσης, είναι η τελευταία εβδομάδα των καρναβαλικών εκδηλώσεων. Η εβδομάδα της Τυρινής τελειώνει την Κυριακή της Τυρινής (ή Τυροφάγου), την τελευταία μέρα δηλαδή πριν την έναρξη της Σαρακοστής (Καθαρά Δευτέρα).

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]