άβολος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβολος άβολη άβολο
γενική άβολου άβολης άβολου
αιτιατική άβολο άβολη άβολο
κλητική άβολε άβολη άβολο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβολοι άβολες άβολα
γενική άβολων άβολων άβολων
αιτιατική άβολους άβολες άβολα
κλητική άβολοι άβολες άβολα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβολος < από το α- στερητικό και το βολή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβολος, -η, -ο

  1. που δεν είναι βολικός
    αυτός ο καναπές είναι πολύ άβολος
  2. που δεν εξυπηρετεί
    δυστυχώς, το ωράριο της δουλειάς μου είναι πολύ άβολο
  3. δύστροπος, δύσκολος
    άβολος άνθρωπος
  4. (για πουλάρια) που δεν έχει αλλάξει ακόμη τα πρώτα (νεογιλά) δόντια του, ή που δεν αλλάζει πλέον δόντια, λόγω ηλικίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]