άλικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άλικος άλικη άλικο
γενική άλικου άλικης άλικου
αιτιατική άλικο άλικη άλικο
κλητική άλικε άλικη άλικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άλικοι άλικες άλικα
γενική άλικων άλικων άλικων
αιτιατική άλικους άλικες άλικα
κλητική άλικοι άλικες άλικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλικος < τουρκική al (κόκκινος) + -ικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άλικος αρσενικό

  1. που έχει έντονα κόκκινο χρώμα
    άλικος (χρώμα):   
    άλικα χείλη
  2. (συνεκδοχικά) σχετικός με το άλικο χρώμα
    άλικα φιλιά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παρεμφερή[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]