αβαριάτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβαριάτος αβαριάτη αβαριάτο
γενική αβαριάτου αβαριάτης αβαριάτου
αιτιατική αβαριάτο αβαριάτη αβαριάτο
κλητική αβαριάτε αβαριάτη αβαριάτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβαριάτοι αβαριάτες αβαριάτα
γενική αβαριάτων αβαριάτων αβαριάτων
αιτιατική αβαριάτους αβαριάτες αβαριάτα
κλητική αβαριάτοι αβαριάτες αβαριάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαριάτος < ιταλική avariato < avaria (ζημία πλοίου) < αραβική عوارية (ʿawāriyya) < عوار (ʿawār) < عور (ʿawira: χάνω το ένα μάτι, γίνομαι μονόφθαλμος) < ρίζα ع و ر ‎(ʿ-w-r)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβαριάτος, -η, -ο

  1. εμπόρευμα προερχόμενο από ζημία (αβαρία)
  2. φθορά ή αλλοίωση από μη ενδεδειγμένη χρήση
  3. (μεταφορικά) ατημέλητος, ασουλούπωτος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]