αβγατισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβγατισμένος αβγατισμένη αβγατισμένο
γενική αβγατισμένου αβγατισμένης αβγατισμένου
αιτιατική αβγατισμένο αβγατισμένη αβγατισμένο
κλητική αβγατισμένε αβγατισμένη αβγατισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβγατισμένοι αβγατισμένες αβγατισμένα
γενική αβγατισμένων αβγατισμένων αβγατισμένων
αιτιατική αβγατισμένους αβγατισμένες αβγατισμένα
κλητική αβγατισμένοι αβγατισμένες αβγατισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβγατισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αβγατίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αβγατισμένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]