αβούτηχτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβούτηχτος αβούτηχτη αβούτηχτο
γενική αβούτηχτου αβούτηχτης αβούτηχτου
αιτιατική αβούτηχτο αβούτηχτη αβούτηχτο
κλητική αβούτηχτε αβούτηχτη αβούτηχτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβούτηχτοι αβούτηχτες αβούτηχτα
γενική αβούτηχτων αβούτηχτων αβούτηχτων
αιτιατική αβούτηχτους αβούτηχτες αβούτηχτα
κλητική αβούτηχτοι αβούτηχτες αβούτηχτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβούτηχτος < α- + βουτώ + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβούτηχτος, -η, -ο

  1. που δεν τον έχουν βουτήξει σε υγρό, δεν τον έχουν βυθίσει
  2. (μεταφορικά) που δεν τον έχουν κλέψει
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει βασιλέψει, δεν έχει δύσει

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]