αδιαφανής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιαφανής < α- στερητικό + διαφανής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιαφανής, -ής, -ές

  1. που δεν επιτρέπει να τον διαπεράσει το φως
    αδιαφανές τζάμι
  2. που δεν είναι ανοιχτός σε όλους και έτσι δημιουργεί υποψίες ότι συγκαλύπτει κάποια παρανομία
    αδιαφανείς διαδικασίες

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]