αθεώρητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθεώρητος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αθεώρητος

  1. που δεν έχει θεωρηθεί
    η άδεια κυκλοφορίας του μοτοποδηλάτου σας είναι αθεώρητη από το 2000 οπότε πρέπει να σας κόψω κλήση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]