αιτιατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιτιατικός αιτιατική αιτιατικό
γενική αιτιατικού αιτιατικής αιτιατικού
αιτιατική αιτιατικό αιτιατική αιτιατικό
κλητική αιτιατικέ αιτιατική αιτιατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιτιατικοί αιτιατικές αιτιατικά
γενική αιτιατικών αιτιατικών αιτιατικών
αιτιατική αιτιατικούς αιτιατικές αιτιατικά
κλητική αιτιατικοί αιτιατικές αιτιατικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιτιατικός< αιτία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αιτιατικός, -ή -ό

  1. εκείνος που αναφέρεται στην αιτία για την οποία γίνεται κάτι.
  2. το θηλυκό ως ουσ: Η αιτιατικήδείτε τη λέξη: .

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]