αιτιοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιτιοκρατία οι αιτιοκρατίες
      γενική της αιτιοκρατίας των αιτιοκρατιών
    αιτιατική την αιτιοκρατία τις αιτιοκρατίες
     κλητική αιτιοκρατία αιτιοκρατίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιτιοκρατία < αίτιο + -ο- + -κρατία ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Determinismus[1])

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιτιοκρατία θηλυκό (δόκιμο στον ενικό)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.