ακετυλένιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακετυλένιο τα ακετυλένια
      γενική του ακετυλενίου
ακετυλένιου
των ακετυλενίων
    αιτιατική το ακετυλένιο τα ακετυλένια
     κλητική ακετυλένιο ακετυλένια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακετυλένιο < (ορθογραφικό δάνειο) γαλλική acétylène + -ιο[1] < acetyl < λατινική acetum [2] + αρχαία ελληνική ὕλη [3]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακετυλένιο ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]