ακτινοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακτινοφόρος ακτινοφόρα ακτινοφόρο
γενική ακτινοφόρου ακτινοφόρας ακτινοφόρου
αιτιατική ακτινοφόρο ακτινοφόρα ακτινοφόρο
κλητική ακτινοφόρε ακτινοφόρα ακτινοφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακτινοφόροι ακτινοφόρες ακτινοφόρα
γενική ακτινοφόρων ακτινοφόρων ακτινοφόρων
αιτιατική ακτινοφόρους ακτινοφόρες ακτινοφόρα
κλητική ακτινοφόροι ακτινοφόρες ακτινοφόρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτινοφόρος < ακτίνα + -φόρος < φέρω, αρχαία ελληνική ἀκτινοφόρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτινοφόρος αρσενικό

Επίθετο[επεξεργασία]

ακτινοφόρος, -ος ή -α, -ο

  1. αυτός που φέρει ακτίνα ή ακτίνες, ή ακτινική διάταξη
    ακτινοφόρος τροχός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]