ακόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακόνι τα ακόνια
      γενική του ακονιού των ακονιών
    αιτιατική το ακόνι τα ακόνια
     κλητική ακόνι ακόνια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακόνι < αρχαία ελληνική ἀκόνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακόνι ουδέτερο και σπανιότερα ακόνη θηλυκό

  1. κάθε σκληρή πέτρα στην οποία τρίβουν την κόψη μαχαιριού ή άλλου μεταλλικού εργαλείου για να γίνει πιο κοφτερή
  2. (συνεκδοχικά) κάθε υλικό ή εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ίδια δουλειά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]