αλτήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Δύο αλτήρες(1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλτήρας αλτήρες
γενική αλτήρα αλτήρων
αιτιατική αλτήρα αλτήρες
κλητική αλτήρα αλτήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλτήρας < γαλλική haltère < λατινικά halteres (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική ἁλτῆρες, πληθυντικός του ἁλτήρ < ἅλλομαι (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλτήρας αρσενικό

  1. όργανο εκγύμνασης αποτελούμενο από δύο βάρη που συνδέονται με μια μεταλλική ράβδο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βαράκι, βαράκι χειρός
  2. όργανο που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές στην αρχαία Ελλάδα, προκειμένου να αντεπεξέλθουν καλύτερα σε επιχειρούμενο άλμα
    Οι αλτήρες ήταν λίθινα ή μολύβδινα βάρη που χρησιμοποιούσαν οι άλτες κατά την εκτέλεση του αγωνίσματος, για να δώσουν μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα τους. Με αυτούς, όμως, εξασκούσαν επίσης τα χέρια και τα δάκτυλά τους (αλτηροβολία). (*)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]