αμπαρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμπαρωμένος αμπαρωμένη αμπαρωμένο
γενική αμπαρωμένου αμπαρωμένης αμπαρωμένου
αιτιατική αμπαρωμένο αμπαρωμένη αμπαρωμένο
κλητική αμπαρωμένε αμπαρωμένη αμπαρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμπαρωμένοι αμπαρωμένες αμπαρωμένα
γενική αμπαρωμένων αμπαρωμένων αμπαρωμένων
αιτιατική αμπαρωμένους αμπαρωμένες αμπαρωμένα
κλητική αμπαρωμένοι αμπαρωμένες αμπαρωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπαρωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αμπαρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αμπαρωμένος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]