ανέφικτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέφικτος < ελληνιστική κοινή ἀνέφικτος < ἀ- στερητικό + ἐφικνέομαι + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανέφικτος, -η, -ο

  1. που δεν μπορεί κανείς να τον φτάσει, να τον επιτύχει, να τον κατορθώσει

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]