αναδυόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναδυόμενος αναδυόμενη αναδυόμενο
γενική αναδυόμενου αναδυόμενης αναδυόμενου
αιτιατική αναδυόμενο αναδυόμενη αναδυόμενο
κλητική αναδυόμενε αναδυόμενη αναδυόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναδυόμενοι αναδυόμενες αναδυόμενα
γενική αναδυόμενων αναδυόμενων αναδυόμενων
αιτιατική αναδυόμενους αναδυόμενες αναδυόμενα
κλητική αναδυόμενοι αναδυόμενες αναδυόμενα
Επίσης, θηλυκό η αναδυομένη (στην έκφραση 'αναδυομένη Αφροδίτη΄).
Μετακίνηση του τόνου είναι πιθανή
στις γενικές πτώσεις: του αναδυομένου, της αναδυομένης, των αναδυομένων
και την αιτιατική: τους αναδυομένους.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδυόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναδύομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.ðiˈo.me.nos/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναδυόμενος, -η, -ο

  1. που αναδύεται, που ξεπροβάλλει μέσα από το νερό
    παράσταση της αναδυομένης Αφροδίτης
  2. που ξεπροβάλλει, που αρχίζει τωρα να αναπτύσσεται σημαντικά, να μεγαλώνει σε μέγεθος και σημασία
    οι αναδυόμενες αγορές της ΝΑ Ασίας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]