αντάρτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αντάρτης οι αντάρτες
      γενική του αντάρτη των ανταρτών
    αιτιατική τον αντάρτη τους αντάρτες
     κλητική αντάρτη αντάρτες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντάρτης < ελληνιστική ἀντάρτης < ἀνταίρω (ξεσηκώνω, εξεγείρω) < ἀντί + αἴρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντάρτης αρσενικό

  1. αυτός που εξεγείρεται ένοπλα εναντίον κάποιου καθεστώτος
  2. (ειδικότερα) που είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως στρατιώτης
    Ο παππούς μου ήταν αντάρτης στην περίοδο της κατοχής. Πολεμούσε τους κατακτητές.
  3. (μεταφορικά) ο απείθαρχος
    Αυτός ο μικρός είναι αντάρτης. Δεν υποκύπτει ούτε στη μάνα του.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]