απολειφάδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απολειφάδι απολειφάδια
γενική απολειφαδιού απολειφαδιών
αιτιατική απολειφάδι απολειφάδια
κλητική απολειφάδι απολειφάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολειφάδι < απο- + αλείφω + -άδι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απολειφάδι ουδέτερο

  1. μικρό υπόλειμμα από σαπούνι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποσάπουνο
  2. (κατ’ επέκταση) απομεινάρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απομεινάδι, υπόλειμμα
  3. (μεταφορικά) μικρόσωμος άνθρωπος ή καχεκτικός
  4. (μεταφορικά) ασήμαντο πράγμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]