αποπομπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποπομπή οι αποπομπές
      γενική της αποπομπής των αποπομπών
    αιτιατική την αποπομπή τις αποπομπές
     κλητική αποπομπή αποπομπές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποπομπή < αρχαία ελληνική ἀποπομπή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποπομπή θηλυκό

  • η ενέργεια με την οποία κάποιος αποπέμπεται από έναν τόπο ή από τη θέση του, το αξίωμά του


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]