απορημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]απορημένος αρσενικό, απορημένη θηλυκό, απορημένο ουδέτερο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απορώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη απορώ
- ※ Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)