αφεντικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αφεντικό | τα | αφεντικά |
| γενική | του | αφεντικού | των | αφεντικών |
| αιτιατική | το | αφεντικό | τα | αφεντικά |
| κλητική | αφεντικό | αφεντικά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αφεντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αφεντικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αφεντικό ουδέτερο
- το άτομο που είναι ανώτερο ιεραρχικά
- ※ Δε μ' έκανε καρδιά να πάγω στ' αφεντικά μου. Είχα ακεφιά και ήμουν δυσαρεστημένος με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Κάτι δούλευε στο κεφάλι μου, και δεν ήξερα καλά να το εξηγήσω. (Πηνελόπη Δέλτα, Μάγκας, Κεφάλαιο ΚΒ, 1937)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- ρουμάνος (αργκό)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αφεντικό - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αφεντικό - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)