βουβός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βουβός βουβή βουβό
γενική βουβού βουβής βουβού
αιτιατική βουβό βουβή βουβό
κλητική βουβέ βουβή βουβό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βουβοί βουβές βουβά
γενική βουβών βουβών βουβών
αιτιατική βουβούς βουβές βουβά
κλητική βουβοί βουβές βουβά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουβός < ελληνιστική κοινή βωβός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vu.ˈvɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

βουβός

  1. που δεν μπορεί να μιλήσει
     συνώνυμα: μουγκός
  2. που δεν μιλάει σε μια συγκεκριμένη στιγμή
     συνώνυμα: άφωνος, άλαλος, σιωπηλός
  3. που δεν περιέχει ομιλίες ή άλλους ήχους
    βουβός κινηματογράφος
  4. που δεν παράγει κάποιο ήχο
    συχνά η σοφία είναι βουβή, λες και δεν έχει χείλια, μα η μωρία ακούγεται εδώ και δέκα μίλια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]