γαλέτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γολέτα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλέτα γαλέτες
γενική γαλέτας
αιτιατική γαλέτα γαλέτες
κλητική γαλέτα γαλέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλέτα < βενετική galeta < γαλλική galette < galet < παλαιογαλλική gal (πέτρα, βράχος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλέτα θηλυκό

  1. (γαστρονομία) είδος ψωμιού υπερβολικά αφυδατωμένου και σκληρού που χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό
  2. (γαστρονομία) (κατ’ επέκταση) κάθε ψωμί που είναι ξερό
  3. (γαστρονομία): τριμμένη φρυγανιά που χρησιμοποιείται για το πανάρισμα τροφίμων πριν το τηγάνισμα.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]