φρυγανιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φρυγανιά | οι | φρυγανιές |
| γενική | της | φρυγανιάς | των | φρυγανιών |
| αιτιατική | τη | φρυγανιά | τις | φρυγανιές |
| κλητική | φρυγανιά | φρυγανιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φρυγανιά < φρυγανίζ(ω) + -ιά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fri.ɣaˈɲa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φρυ‐γα‐νιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φρυγανιά θηλυκό
- λεπτή ψημένη (φρυγανισμένη) και τραγανή φέτα ψωμιού
- ※ Rôti: θ. φρυγανιά, φελὶ ψωμὶ ψημένον εἰς τὴν ἐσχάραν (Γρηγόριος Γ. Ζαλίκογλου, Λεξικόν τῆς Γαλλικῆς, Ἐν Παρισίοις, παρά τυπογράφῳ, Ι. Μ. Ἐβεράρτῳ, 1809, σελ. 487) (ΣτΕ: πιθανότατα αυτό είναι το παλαιότερο παράθεμα για τη λέξη)
- ※ Σταὶς πρόσχαραίς των ταὶς μορφαὶς
- τὸ βλέπεις, ποῦ καλὸς καφὲς
- τοὺς ’μύρισε καὶ τσάγι!
- Σὰν ἐκαθῆσαν στὰ θρονιά,
- κ’ ἐβούτησαν τὴν φρυγανιά,
- καὶ ἤπιαν τὸ ζεστό τους
- Γεώργιος Βιζυηνός, Ατθίδες αύραι, Το Συναξάρι του Αγίου Κασσιανού, Τρίτη δημώδης έκδοση, εν Λονδίνω, Trübner and Co., 1884
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φρύγω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
φρυγανιά στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)