γαληνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαληνός < αρχαία ελληνική γαληνός (ήσυχος, πράος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γαληνός

  1. γαλήνιος, ήρεμος, πράος, καθησυχασμένος
  2. το αρσενικό και το θηλυκό του υπερθ. βαθμ. ως ουσ. Ο γαληνότατος, η γαληνοτάτηδείτε τη λέξη:

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]