γεράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γεράκι γεράκια
γενική γερακιού γερακιών
αιτιατική γεράκι γεράκια
κλητική γεράκι γεράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεράκι < μεσαιωνική ελληνική γεράκιν < ἱεράκιον < αρχαία ελληνική ἱέραξ
ένα γεράκι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ˈɾa.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γεράκι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) γενική ονομασία αρπαχτικών ημερόβιων πτηνών με γαμψά νύχια και ράμφος, μακριές φτερούγες και οξύτατη όραση
  2. (μεταφορικά) ο φιλοπόλεμος αξιωματούχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]