γραφολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γραφολογία οι γραφολογίες
      γενική της γραφολογίας των γραφολογιών
    αιτιατική τη γραφολογία τις γραφολογίες
     κλητική γραφολογία γραφολογίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραφολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική graphologie < γραφή + -λoγία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραφολογία θηλυκό

  • η εξέταση των γραφικών χαρακτήρων, ώστε να αναγνωριστεί το πρόσωπο που έγραψε ένα κείμενο από το γραφικό του χαρακτήρα ή να εξαχθούν συμπεράσματα για τα ψυχικά γνωρίσματα και τις ιδιαιτερότητές του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]