γυμνισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυμνισμός γυμνισμοί
γενική γυμνισμού γυμνισμών
αιτιατική γυμνισμό γυμνισμούς
κλητική γυμνισμέ γυμνισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνισμός < γυμνός + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική nudisme)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝi.mni.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυμνισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφική) θεώρηση και πρακτική που προκρίνει τη γυμνότητα, την επαφή με τη φύση και την απαλλαγή από τις συμβάσεις του πολιτισμού
  2. η τάση να περιφέρεται κάποιος γυμνός για διάφορους λόγους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]