διμορφισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πολυμορφισμός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διμορφισμός οι διμορφισμοί
      γενική του διμορφισμού των διμορφισμών
    αιτιατική τον διμορφισμό τους διμορφισμούς
     κλητική διμορφισμέ διμορφισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά
πεταλούδα μονάρχους, θηλυκό
αρσενικό

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διμορφισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dimorphisme < αρχαία ελληνική δι- + μορφή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διμορφισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]