εντεινόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εντεινόμενος εντεινόμενη εντεινόμενο
γενική εντεινόμενου εντεινόμενης εντεινόμενου
αιτιατική εντεινόμενο εντεινόμενη εντεινόμενο
κλητική εντεινόμενε εντεινόμενη εντεινόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντεινόμενοι εντεινόμενες εντεινόμενα
γενική εντεινόμενων εντεινόμενων εντεινόμενων
αιτιατική εντεινόμενους εντεινόμενες εντεινόμενα
κλητική εντεινόμενοι εντεινόμενες εντεινόμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντεινόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εντείνω

Μετοχή[επεξεργασία]

εντεινόμενος, -η, -ο

  1. που εντείνεται, γίνεται πιο έντονος
    οι εντεινόμενες προσπάθειες / ανησυχίες / πιέσεις


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]