ευαγγελιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ευαγγελιστής οι ευαγγελιστές
      γενική του ευαγγελιστή των ευαγγελιστών
    αιτιατική τον ευαγγελιστή τους ευαγγελιστές
     κλητική ευαγγελιστή ευαγγελιστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευαγγελιστής < ελληνιστική κοινή εὐαγγελιστής (3. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική evangelistic)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευαγγελιστής αρσενικό

  1. (θρησκεία) καθένας από τους συγγραφείς των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων -Ιωάννης, Λουκάς, Μάρκος, Ματθαίος
  2. παρωχημένος χαρακτηρισμός (του περασμένου αιώνα) για άτομα που κήρυσσαν μεμονωμένα, κυρίως στην επαρχία, το ευγαγγέλιο με δική τους πρωτοβουλία και συχνά με δική τους ερμηνεία
  3. (θρησκεία) χαρακτηρισμός χριστιανού που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία
    θηλυκό: ευαγγελίστρια
  4. (μεταφορικά) κάποιος που με πάθος και φανατισμό κηρύσσει μια θεωρία ως την πιο θετική και ελπιδοφόρα, συνήθως ως αλάθητη και αδιαμφισβήτητη
    θηλυκό: ευαγγελίστρια
    ※ ευαγγελιστής του φιλοαμερικανισμού, του μοντερνισμού κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]