ευστόμαχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εὐστόμαχος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευστόμαχος ευστόμαχη ευστόμαχο
γενική ευστόμαχου ευστόμαχης ευστόμαχου
αιτιατική ευστόμαχο ευστόμαχη ευστόμαχο
κλητική ευστόμαχε ευστόμαχη ευστόμαχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευστόμαχοι ευστόμαχες ευστόμαχα
γενική ευστόμαχων ευστόμαχων ευστόμαχων
αιτιατική ευστόμαχους ευστόμαχες ευστόμαχα
κλητική ευστόμαχοι ευστόμαχες ευστόμαχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευστόμαχος < ελληνιστική κοινή εὐστόμαχος < αρχαία ελληνική εὖ + στόμαχος < στόμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stomn̥ / *stomen- (στόμα)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευστόμαχος, -η, -ο

  1. (λόγιο) που κάνει καλό στο στομάχι, ωφέλιμος για το στομάχι
  2. (λόγιο) εύπεπτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]