εφημέριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εφημέριος εφημέριοι
γενική εφημερίου
& εφημέριου
εφημερίων
& εφημέριων
αιτιατική εφημέριο εφημερίους
& εφημέριους
κλητική εφημέριε εφημέριοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφημέριος < αρχαία ελληνική επίθετο ἐφημέριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφημέριος αρσενικό

  1. ο ιερέας μιας ενορίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]