θάλπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλπω < αρχαία ελληνική θάλπω

Ρήμα[επεξεργασία]

θάλπω

  • εκπέμπω ή μεταδίδω ήπια και ευχάριστη ζέστη

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

ενεστ. θάλπω παρατ. έθαλπα, μέλ. θα θάλπω, θα θάλψω, αόρ. έθαλψα, παρακ. έχω θάλψει, μετοχή θάλποντας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλπω ρίζα θαλ (δεν θεωρείται συγγενές προς το θάλλω παρότι σήμαινε μεταξύ άλλων και ακμάζω, ανθώ όπως εκείνο, ίσως γιατί αυτή την έννοια την πήρε στα ελληνιστικά χρόνια)

Ρήμα[επεξεργασία]

θάλπω

  1. ζεσταίνω
    καῦμ᾽ ἔθαλπε ἡμᾶς
  2. μαλακώνω κάτι χρησιμοποιώντας σχετικά υψηλή θερμοκρασία
    ἐτήκετο κασσίτερος θαλφθείς
  3. ανάβω (μεταφορικά)
    θάλπει κέαρ ἔρωτι (με έρωτα ανάβει την καρδιά, έβαλε φωτιά στην καρδιά του ανάβοντας ερωτικό πάθος)
  4. στεγνώνω
  5. φροντίζω, περιθάλπω, περιποιούμαι, παρηγορώ
    ὕπνος θάλπει κέαρ, ἄλλον θάλπε φίλον
  6. κεντρίζω, κινώ το ενδιαφέρον (ελληνιστικό)
    ἐμὲ οὐδὲν θάλπει ἡ δόξα (δεν με ενδιαφέρει καθόλου να δοξαστώ)
    ἐμὲ οὐδὲν θάλπει κέρδος
  7. μαλακώνω εγώ, με ξεγελούν, εξαπατώμαι
  8. είμαι ακμαίος, ανθηρός (ελληνιστικό)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θάλπει τον δίφρον: τεμπέλης, ζεσταίνει την καρέκλα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]