θίασος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θίασος θίασοι
γενική θιάσου θιάσων
αιτιατική θίασο θιάσους
κλητική θίασε θίασοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θίασος < αρχαία ελληνική θίασος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θίασος αρσενικό

  1. ομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα
  2. (στην αρχαιότητα) ομάδα πιστών του θεού Διονύσου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]