καθαροδευτεριάτικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καθαροδευτεριάτικος καθαροδευτεριάτικη καθαροδευτεριάτικο
γενική καθαροδευτεριάτικου καθαροδευτεριάτικης καθαροδευτεριάτικου
αιτιατική καθαροδευτεριάτικο καθαροδευτεριάτικη καθαροδευτεριάτικο
κλητική καθαροδευτεριάτικε καθαροδευτεριάτικη καθαροδευτεριάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθαροδευτεριάτικοι καθαροδευτεριάτικες καθαροδευτεριάτικα
γενική καθαροδευτεριάτικων καθαροδευτεριάτικων καθαροδευτεριάτικων
αιτιατική καθαροδευτεριάτικους καθαροδευτεριάτικες καθαροδευτεριάτικα
κλητική καθαροδευτεριάτικοι καθαροδευτεριάτικες καθαροδευτεριάτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαροδευτεριάτικος < Καθαρά Δευτέρα + -ιατικος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.θa.ɾɔ.ðε.ftε.ˈɾia.ti.kɔs/ και /ka.θa.ɾɔ.ðε.ftε.ˈɾʝa.ti.kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καθαροδευτεριάτικος, -η, -ο

  • που έχει σχέση με την Καθαρή Δευτέρα, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]