καλπουζάνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλπουζάνος καλπουζάνοι
γενική καλπουζάνου καλπουζάνων
αιτιατική καλπουζάνο καλπουζάνους
κλητική καλπουζάνε καλπουζάνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλπουζάνος < τουρκική kalpazan < περσική قلب زن (qalb zan)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλπουζάνος αρσενικό (θηλυκό: καλπουζάνα)

  1. αυτός που φτιάχνει κάλπικα νομίσματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κιβδηλοποιός, παραχαράκτης, πλαστογράφος
  2. (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) άνθρωπος που φέρεται δόλια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απατεώνας, δόλιος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]