καντήλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

HK Happy Valley Shan Kwong Road 東蓮覺苑 Tung Lin Kok Yuen Oil Lamp.JPG
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καντήλι τα καντήλια
      γενική του καντηλιού των καντηλιών
    αιτιατική το καντήλι τα καντήλια
     κλητική καντήλι καντήλια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καντήλι < μεσαιωνική ελληνική καντήλι < καντήλιον, υποκοριστικό του καντήλη < λατινική candela

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καντήλι ουδέτερο

  • δοχείο που περιέχει λάδι, πάνω στο οποίο καίει κάποιο φιτίλι, και, συνήθως, τοποθετείται μπροστά από εικονίσματα για λόγους θρησκευτικής λατρείας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κατεβάζω καντήλια: βρίζω, όντας έξαλλος από θυμό
  • σώζεται/σβήνει το καντήλι/καντηλάκι (κάποιου): σε λίγο θα πεθάνει
  • «του άναψαν τα καντήλια», εξοργίσθηκε, εξεμάνη.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]