καντήλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

HK Happy Valley Shan Kwong Road 東蓮覺苑 Tung Lin Kok Yuen Oil Lamp.JPG
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καντήλι καντήλια
γενική καντηλιού καντηλιών
αιτιατική καντήλι καντήλια
κλητική καντήλι καντήλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καντήλι < μεσαιωνική ελληνική καντήλι < καντήλιον, υποκοριστικό του καντήλη < λατινική candela

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καντήλι ουδέτερο

  • δοχείο που περιέχει λάδι, πάνω στο οποίο καίει κάποιο φιτίλι, και, συνήθως, τοποθετείται μπροστά από εικονίσματα για λόγους θρησκευτικής λατρείας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κατεβάζω καντήλια: βρίζω, όντας έξαλλος από θυμό
  • σώζεται/σβήνει το καντήλι/καντηλάκι (κάποιου): σε λίγο θα πεθάνει
  • «του άναψαν τα καντήλια», εξοργίσθηκε, εξεμάνη.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]