καπνισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καπνισμένος καπνισμένη καπνισμένο
γενική καπνισμένου καπνισμένης καπνισμένου
αιτιατική καπνισμένο καπνισμένη καπνισμένο
κλητική καπνισμένε καπνισμένη καπνισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καπνισμένοι καπνισμένες καπνισμένα
γενική καπνισμένων καπνισμένων καπνισμένων
αιτιατική καπνισμένους καπνισμένες καπνισμένα
κλητική καπνισμένοι καπνισμένες καπνισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπνισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καπνίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καπνισμένος, -η, -ο

  1. που έχει επάνω του καπνιά ή σύννεφα κάπνας (συνήθως σύνθετο, π.χ. μπαρουτοκαπνισμένος)
    καπνισμένος ουρανός, καπνισμένο τσουκάλι
  2. που το έχουν καπνίσει (π.χ. τσιγάρο)
  3. για φαγητό συνηθίζεται το επίθετο καπνιστός και σπάνια το καπνισμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]