κατράμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατράμι κατράμια
γενική κατραμιού κατραμιών
αιτιατική κατράμι κατράμια
κλητική κατράμι κατράμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατράμι < ιταλική catrame (πίσσα) < αραβική قطران (qaṭrān)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατράμι ουδέτερο

  1. η πίσσα σε ρευστή μορφή
  2. (μεταφορικά) πολύ μαύρος
    η μούρη του έγινε μαύρη (σαν το) κατράμι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]