κεμέρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεμέρι κεμέρια
γενική κεμεριού κεμεριών
αιτιατική κεμέρι κεμέρια
κλητική κεμέρι κεμέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεμέρι < τουρκική kemer (ζώνη) + < περσική کمر (kamar) (μέση, επίσης ζώνη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεμέρι ουδέτερο

  1. ζώνη με θήκες για τη φύλαξη των χρημάτων
  2. πορτοφόλι, κομπόδεμα
    Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό / ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό. (Από το τραγούδι Κεμάλ, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι)
  3. (συνεκδοχικά) τα χρήματα που αποταμιεύουμε

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Steingass, Francis Joseph (1892), کمر, A Comprehensive Persian–English dictionary, London: Routledge & K. Paul

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]