πορτοφόλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορτοφόλι πορτοφόλια
γενική πορτοφολιού πορτοφολιών
αιτιατική πορτοφόλι πορτοφόλια
κλητική πορτοφόλι πορτοφόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορτοφόλι < ιταλική portafoglio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορτοφόλι ουδέτερο

  1. μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων
    έχω 10 ευρώ μέσα στο πορτοφόλι μου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]