Μετάβαση στο περιεχόμενο

πορτοφόλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πορτοφόλι τα πορτοφόλια
      γενική του πορτοφολιού των πορτοφολιών
    αιτιατική το πορτοφόλι τα πορτοφόλια
     κλητική πορτοφόλι πορτοφόλια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πορτοφόλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική portafoglio (χαρτοφύλακας), πληθυντικός: portafogli που θεωρήθηκε ουδέτερο ενικό με αφομοίωση των [o, a, o] > [o, o, o][1] (συγγενή: γαλλική portefeuille) < portare < λατινικό ρήμα portāre (να φέρει) + foglio < λατινικά folium ("φύλλο")[2]. Με χρήση από το τέλος του 19ου αιώνα (δείτε παραθέματα, 1884, 1890)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poɾ.toˈfo.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πορτοφόλι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πορτοφόλι ουδέτερο

  • μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων
      — Δικό σας εἶνε μοῦ φαίνεται, αὐτό; / — Ἆ! τὸ πορτοφόλι μου! ἀνέκραξεν ὁ Κύριος ἁπλώνων μὲ ὁρμὴν τὸ χέρι πρὸς αὐτό. / — Σᾶς εἶχε πέσει κάτω ς’ τὴ σάλα, προσθέτω, καὶ ἀπομακρύνομαι ἀξιοπρεπῶς (Κωστής Παλαμάς, Το δίδραχμον, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου)
      Πλὴν μόλις ἐκ τοῦ Πειραιῶς εἰς τὰς Ἀθήνας φθάνει, / κι' εὐθὺς τὸ πορτοφόλι του μὲ χίλια φράγκα χάνει. (Γεώργιος Σουρής, Ο κύριος Κωνσταμπουνάς, 1884)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πορτοφόλι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.