Μετάβαση στο περιεχόμενο

κερατάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κερατάς οι κερατάδες
      γενική του κερατά των κερατάδων
    αιτιατική τον κερατά τους κερατάδες
     κλητική κερατά κερατάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερατάς < κέρατο + -άς[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ce.ɾaˈtas/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κερατάς αρσενικό

  1. ο απατημένος σύζυγος, χαρακτηρισμός που θεωρείται υβριστικός
  2. (οικείο) κορόιδο που δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του όπως, συνήθως, ο απατημένος σύζυγος
  3. (υβριστικό) ο κατεργάρης, ο πονηρός ή δόλιος άνθρωπος
    -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
    ※  1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)
  4. (οικείο) ζωηρό και έξυπνο παιδί (και κερατούκλικο)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. ↑ Σύμφωνα με ορισμένους, τα κερασφόρα ζώα δεν συνηθίζουν να ζουν κατά ζεύγη, δεν έχουν δηλαδή σταθερό ταίρι. Από εκεί θεωρείται ότι προέρχεται ο παραλληλισμός με τη μοιχεία που βρίσκεται μέσα στην έννοια του κερατά, απατημένος σύζυγος.