κιλοβατώρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιλοβατώρα κιλοβατώρες
γενική κιλοβατώρας κιλοβατωρών
αιτιατική κιλοβατώρα κιλοβατώρες
κλητική κιλοβατώρα κιλοβατώρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κιλοβατώρα < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική kilowattheure ή αγγλική kilowatt-hour (κιλοβάτ + ώρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κιλοβατώρα θηλυκό

  1. (φυσική) μονάδα μέτρησης της ενέργειας· εκφράζει την ενέργεια που παράγεται ή καταναλώνεται σε μία ώρα από μηχανή ισχύος ενός κιλοβάτ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]