Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοιλιόδουλος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοιλιόδουλος η κοιλιόδουλη το κοιλιόδουλο
      γενική του κοιλιόδουλου της κοιλιόδουλης του κοιλιόδουλου
    αιτιατική τον κοιλιόδουλο την κοιλιόδουλη το κοιλιόδουλο
     κλητική κοιλιόδουλε κοιλιόδουλη κοιλιόδουλο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοιλιόδουλοι οι κοιλιόδουλες τα κοιλιόδουλα
      γενική των κοιλιόδουλων των κοιλιόδουλων των κοιλιόδουλων
    αιτιατική τους κοιλιόδουλους τις κοιλιόδουλες τα κοιλιόδουλα
     κλητική κοιλιόδουλοι κοιλιόδουλες κοιλιόδουλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοιλιόδουλος < κοιλία + δούλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

κοιλιόδουλος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοιλιόδουλος ήδη από τον 7ο αιώνα < κοιλία + δοῦλος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο

[επεξεργασία]

κοιλιόδουλος, -ος, -ο (σε χρήση και σήμερα)

  • ο υπερβολικά λαίμαργος
      6ος/7ος αιώνας Ιωάννης της Κλίμακος, Ιωάννης της Κλίμακος, λόγος ΙΔ΄
    Χαίρει Ἰουδαῖος Σαββάτῳ καὶ ἑορτῇ· μοναχὸς γαστρίμαργος Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ· πρὸ χρόνου τὸ Πάσχα ψηφίζει, καὶ πρὸ ἡμερῶν τὰ ἐδέσματα εὐτρεπίζει. Ψηφίζει κοιλιόδουλος ἐν ποίοις βρώμασιν ἑορτάσει· ὁ δὲ θεόδουλος ἐν ποίοις χαρίσμασιν πλουτήσει.
      τέλος 15ου αιώνα - Εμμανουήλ Λιμενίτης, ο επονομαζόμενος Γεωργηλάς, Το θανατικόν της Ρόδου στο Legrand, Emile (επιμ.) (1880) Bibliothèque grecque vulgaire, εκδ:Maisonneuve, στίχ. 552 (552-553)
    τίς οἶδε κοιλιόδουλον σπάταλον καὶ νʼ ἁγιάσῃ,
    ἂν εἶχεν ὅλα τὰ καλά, ποτὲ νὰ μηδὲ σιάσῃ;

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]