κοσμοσωτήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμοσωτήριος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

κοσμοσωτήριος

  1. που επιδιώκει να σώσει τον κόσμο
  2. που αποβλέπει στη σωτηρία των ανθρώπων


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]